Η προέλευση της λέξης «travel» (ταξίδι) χάνεται, πιθανότατα, στην ιστορία. Ο όρος ίσως προέρχεται από τη γαλλική λέξη travail. Σύμφωνα με το λεξικό Merriam-Webster, η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση του όρου «travel» εμφανίζεται τον 14ο αιώνα. Το λεξικό αναφέρει επίσης ότι η λέξη προέρχεται από τη μέση αγγλική travailen, travelen (που σημαίνει βασανίζομαι, κοπιάζω, προσπαθώ, ταξιδεύω) και παλαιότερα από τη γαλλική travailler (εργάζομαι σκληρά, μοχθώ).
Στα αγγλικά χρησιμοποιούνται ακόμη οι λέξεις travail και travails, με τη σημασία της δυσκολίας ή της ταλαιπωρίας. Ο συγγραφέας Simon Winchester, στο βιβλίο του The Best Travelers’ Tales (2004), σημειώνει ότι οι λέξεις travel και travail μοιράζονται μια ακόμη πιο αρχαία ρίζα: το ρωμαϊκό όργανο βασανιστηρίων tripalium (στα λατινικά «τρία παλούκια», όπως στο παλούκωμα). Η σύνδεση αυτή αντανακλά τις τεράστιες δυσκολίες που είχε το ταξίδι στους αρχαίους χρόνους.



